Σίφνος Πολιτισμός

Arabic  Chinese  Japanese  Russian   Swedish  Italian  Spanish  German  French  English  Greek
jquery slider plugin
Πλοία στη Σίφνο πραγματικού χρόνου
Τουριστικές Πληροφορίες για τη Σίφνο
Εξυπηρέτηση Πολιτών στη Σίφνο
Ραδιοφωνικοί Σταθμοί Σίφνου
Πληροφορίες για Ασφαλείς Διακοπές
Νομισματικές Σχέσεις
Τηλέφωνα Πρώτης Ανάγκης
Η Ιστορία και ο Πολιτισμός της Σίφνου
ΣΙΦΝΟΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ   ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ

ΑΡΧΑΙΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Η Σίφνος είναι ένα νησί με πανάρχαια ιστορία.Οι περισσότεροι από τους αρχαίους ιστορικούς αναφέρουν ότι η Σίφνος πρωτοκατοικήθηκε από τους Πελασγούς και κατόπιν από τους Φοίνικες, τους Κάρες και τους Λέλεγες. Σύμφωνα με τη μυθολογία, οι κάτοικοι αυτοί εκδιώχτηκαν από το βασιλιά της Κρήτης Μίνωα, ο οποίος εγκατέστησε στις Κυκλάδες τους γιους του ως ηγεμόνες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αρχικά το νησί ονομαζόταν Μερόπη και Άκις. Την περίοδο των Μινωιτών το νησί ονομάστηκε Μερόπη από την εγγονή του Μίνωα, κόρη της Αριάδνης και του Οινοπίωνα. Άλλα ονόματα που του αποδόθηκαν τα μεσαιωνικά χρόνια είναι Σίφινος, Σίφουνος, Σίφανος, Σίφανα και Σίφαντο. Πάντως, την ονομασία που διατηρεί μέχρι σήμερα φαίνεται ότι την οφείλει στο γιο του Αττικού ήρωα Σουνίου, το Σίφνο.
Το νησί πρωτοκατοικήθηκε στο δεύτερο μισό της τρίτης χιλιετίας π.Χ. το μαρτυρούν συστάδες τάφων και θεμέλια οικισμών, τα οποία αποκάλυψε στο τέλος του 19ου αιώνα ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, κυρίως σε παράκτιες θέσεις, όπως στην τοποθεσία Ακρωτήρι, στον Πλατύ Γιαλό, στο Βαθύ και στο Φάρο. Μεγάλη ακμή γνώρισε το νησί κατά τους Πρωτοκυκλαδικούς χρόνους όπως διαφαίνεται από τα ευρήματα από την ακρόπολη του Αγίου Ανδρέα και το νεκροταφείο, ενώ κατά τη Μεσοκυκλαδική εποχή πιστοποιείται η ύπαρξη οικισμού στο Κάστρο. Στα Μυκηναϊκά χρόνια αναπτύσσονται και ακμάζουν οι ακροπόλεις του Αγίου Ανδρέα, του Αγίου Νικήτα και στο Φρούδι του Καλαμιτσίου. Η παράδοση αναφέρει ότι στα τέλη της 1ης χιλιετίας εγκαταστάθηκαν στη Σίφνο Αθηναίοι με επικεφαλής τον Αλκήνορα. Τότε, ξεκινά μια νέα εποχή κατά την οποία ιδρύεται, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, το «άστυ» στο σημερινό Κάστρο. Με βάση την πληροφορία του Στέφανου Βυζάντιου ότι το νησί είχε τρεις πόλεις, τη Σίφνο, τη Μινώα και την Απολλωνία, τα ερείπια του Κάστρου, με το μνημειακής κατασκευής μαρμάρινο τείχος, ταυτίζονται με την αρχαία Σίφνο. Εκεί σταδιακά οργανώνεται μια κοινωνία που αναπτύσσει σημαντικές εμπορικές και πολιτικές σχέσεις όχι μόνο με τον κοντινό κυκλαδικό χώρο αλλά και με πιο απομακρυσμένες περιοχές.
Η Σίφνος του 6ου αιώνα π.Χ. είναι ένα από τα πλουσιότερα νησιά των Κυκλάδων και γνωρίζει ξεχωριστή αίγλη. Ο πλούτος της βασιζόταν κυρίως στα χρυσωρυχεία και τα αργυρωρυχεία της, τα λατομεία και την κεραμική παραγωγή της. Οι μαρτυρίες του Ηροδότου και άλλων αρχαίων συγγραφέων ότι στη Σίφνο παραγόταν άργυρος και χρυσός επιβεβαιώθηκαν πλήρως από τη σύγχρονη επιστημονική έρευνα, ενώ παράλληλα η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως μεταλλεία αργύρου στον Άγιο Σώστη, στη ΒΑ πλευρά του νησιού. Απόδειξη της ανθηρής οικονομίας και του κύρους των Σιφνίων είναι η ανοικοδόμηση, γύρω στο 525 π.Χ., στο ιερό των Δελφών, του Θησαυρού των Σιφνίων, από τη δεκάτη που προερχόταν από τα κέρδη των χρυσωρυχείων του νησιού. Άλλο ενδεικτικό του ότι η Σίφνος ήταν πολύ πλούσια είναι ότι στη Σίφνο κόβονται νομίσματα γύρω στο 600 π.Χ. μετά δηλαδή από την Αίγινα και πριν από την Αθήνα και την Κόρινθο!Κατά τους Περσικούς πολέμους το νησί τάσσεται με το μέρος των Αθηναίων και αργότερα γίνεται μέλος της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας. Αν και τα ορυχεία φαίνεται να είναι πλέον ανενεργά, το νησί εξακολουθεί να είναι αρκετά πλούσιο, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα περισσότερα των οποίων χάθηκαν κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πολιτικές εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο και η διαμάχη μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο επηρεάζουν τη ζωή στη Σίφνο, κι ακολουθεί μια ταραγμένη περίοδος πολιτειακών εναλλαγών.
Στη Σίφνο λάτρευαν σαν ιδιαίτερες θεότητες τον Απόλλωνα τον Έναργο, την Άρτεμη Εκβατηρία, το Δία Επιβήμιο, το Διόνυσο, τον Πάνα, την Αθηνά και τις Νύμφες.
Κατά την Ελληνιστική περίοδο αλλά και μετά, η θαλάσσια περιοχή της Σίφνου γίνεται θέατρο πολλών πολέμων μέχρι και τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 145 π.Χ. Την εποχή αυτή τα νησιά μαστίζονται από την πειρατεία. Η Σίφνος γνωρίζει κα πάλι μικρή ακμή την εποχή της Ρωμαιοκρατίας, όπως φανερώνουν τα πλούσια ευρήματα από τα νεκροταφεία και οι λαμπρές σαρκοφάγοι. Πάντως, ίχνη από δημόσια οικοδομήματα εκείνης της περιόδου δεν σώζονται.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Οι ιστορικές και φιλολογικές αναφορές για τη Σίφνο κατά τη Βυζαντινή περίοδο είναι ελάχιστες. Από το 324 μ.Χ., συγκαταλέγεται μαζί με τις υπόλοιπες Κυκλάδες στην Επαρχία των Νήσων του Ανατολικορωμαϊκού Βυζαντινού Κράτους και μέχρι τον 6ο αιώνα ανήκει στην επισκοπή Πάρου-Σίφνου-Αμοργού. Η οικονομική ανάπτυξη και η εμπορική δραστηριότητα των επαρχιών του νότιου ελλαδικού χώρου ενισχύουν κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο την εμπορική σημασία της Σίφνου. Διέρχεται περίοδο παρακμής, όταν πλήττεται από επιδρομές Σλάβων και Αράβων κατά τον 7ο αιώνα και Λατίνων πειρατών από τον 11ο αιώνα. Όσον αφορά την οικονομία της περιόδου, γνωρίζουμε ότι είναι κυρίως αγροτική, ενώ για οικοδομήματα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες, ούτε άφθονα ίχνη. Στο Κάστρο, που εξακολούθησε να είναι ο σημαντικότερος οικισμός, τα ευρήματα της Βυζαντινής περιόδου είναι περιορισμένα. Είναι επίσης γνωστό από τις πηγές ότι κατά τα χρόνια του Βυζαντίου, ύστερα από μεγάλους σεισμούς και διάφορες καταστροφές, δεν ξαναχτίζονταν οι πόλεις στις Κυκλάδες.

ΛΑΤΙΝΟΚΡΑΤΙΑ
Μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους το 1204 η Σίφνος, όπως και οι υπόλοιπες Κυκλάδες, εντάσσεται στο δουκάτο της Νάξου που ιδρύθηκε το 1207 από το Μάρκο Σανούδο. Το 1269 ανακαταλαμβάνεται από τους Βυζαντινούς και το 1307, μετά τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ του Βυζαντινού αυτοκράτορα και της Βενετίας, περιέρχεται στον Ιωάννη Ντακορώνια, που αναγορεύει τον εαυτό του ελεύθερο και ανεξάρτητο ηγεμόνα. Ο Ντακορώνια οχυρώνει το νησί, το οποίο το εποφθαλμιούσαν οι δούκες της Νάξου, περιτειχίζει την πόλη με ισχυρό κάστρο και αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις επιθέσεις των διεκδικητών του νησιού. Καθ’ όλη τη διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα η Σίφνος δεν παύει να μαστίζεται από πειρατικές επιδρομές που μειώνουν δραματικά τον πληθυσμό της.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η Σίφνος παραμένει στην οικογένεια Ντακορώνια έως το 1464 και στη συνέχεια περιέρχεται στην οικογένεια Γκοζαντίνι. Το 1537 ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, επιτίθεται στις Κυκλάδες και οι Γκοζαντίνι γίνονται φόρου υποτελείς του σουλτάνου μέχρι το 1566, όταν η διοίκηση των νησιών παραχωρείται στον Εβραίο Ιωσήφ Νάζι. Με τα προνόμια που δόθηκαν από τους σουλτάνους Μουράτ Γ΄ το 1580 και Ιμπραήμ Α΄ το 1646 στη Σίφνο, όπως και στα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων, δημιουργούνται συνθήκες που ευνοούν την οικονομική και την πνευματική ανάπτυξη. Όπως και στην περίπτωση των υπόλοιπων Κυκλάδων, στη Σίφνο άνθησε ο κοινοτικός θεσμός της αυτοδιοίκησης. Στις αρχές του 17ου αιώνα δρα στη Σίφνο μια δυναμική προσωπικότητα, ο μεγαλέμπορος Βασίλης Λογοθέτης, ο οποίος συμβάλλει στην ανάδειξη του νησιού σε οικονομικό κέντρο των Κυκλάδων με δραστηριότητα στους τομείς της αυτοδιοίκησης, των καλλιεργειών, της ναυτιλίας, του εμπορίου. Σημαντική είναι επίσης η συμβολή του στην πνευματική ζωή του τόπου με την ανέγερση του ανδρικού μοναστηριού της Παναγίας Βρυσιανής, που αποτέλεσε σπουδαίο μοναστικό και εκκλησιαστικό κέντρο. Στα τέλη του 17ου αιώνα δημιουργείται επίσης η φημισμένη Σχολή του Αγίου Τάφου, γνωστή ως Παιδευτήριον του Αρχιπελάγους, που λειτουργεί μέχρι το 1833 σε κτηριακό συγκρότημα στην περιοχή του Κάστρου που εξυπηρετεί 300 μαθητές. Η πολιούχος του νησιού Παναγία της Χρυσοπηγής χτίστηκε το 1650 και είναι σήμερα ένας από τους 230 ναούς του νησιού που λειτουργούνται. Η σημαντικότερη πληροφορία που δίνουν οι περιηγητές του 17ου αιώνα είναι ότι αρχίζει πλέον να αυξάνεται ο εκτός του Κάστρου πληθυσμός, που ζούσε στους αγροτικούς οικισμούς. Το 1770-1774, κατά τον Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο καταλήφθηκε από τις δυνάμεις της τσαρικής Ρωσίας και επανακτήθηκε από τους Οθωμανούς μετά την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Στον κατάλογο των ορκισμένων φιλικών αναφέρονται και οι Σίφνιοι: Νικόλαος Γρυπάρης, Δημήτριος Λαγός και Γεώργιος Μπάος. Το 1821 ο σχολάρχης Νικόλαος Χρυσόγελος (1780-1857) ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης στη σχολή της Σίφνου και αφού τέθηκε επικεφαλής 150 Σιφνιών πολεμιστών αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο, όπου ανέπτυξε πολύμορφη αγωνιστική δράση.Το 1830 η Σίφνος ενσωματώνεται στο ελληνικό κράτος.

ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Επί των .ημερών του Καποδίστρια, πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, η Σίφνος αποτελεί ιδιαίτερη επαρχία στο τμήμα των Κεντρικών Κυκλάδων και είναι έδρα Διοικήσεως που περιλαμβάνει τα νησιά Μήλο και Κίμωλο. Κατά την αντιβασιλεία του Όθωνα το 1833, η έδρα της Διοικήσεως μεταφέρεται στη Μήλο και η Σίφνος διαιρείται σε δύο δήμους, του Αρτεμώνα-Κάστρου και της Απολλωνίας με τα υπόλοιπα χωριά. Το 1836 οι δύο δήμοι συγχωνεύονται και η πρωτεύουσα μεταφέρεται στην Απολλωνία.Το 1941 η Σίφνος αρχικά εντάχθηκε στην ιταλική διοίκηση, στο πλαίσιο της κατοχής των ελληνικών εδαφών από τις Δυνάμεις του Άξονα. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 το νησί εντάχθηκε στη γερμανική διοίκηση μέχρι την απελευθέρωσή του το 1944.

Πηγή: ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
http://www2.egeonet.gr/

Η Σίφνος υπήρξε ένα από τα πλουσιότερα νησιά της αρχαιότητας, χάρη στα κοιτάσματα χρυσού και αργυρού που έκρυβε η γη της. Γνώρισε τον πλούτο και τη δόξα, αλλά και τη φτώχια και την παρακμή. Η αρχοντιά που κυριαρχεί στη Σίφνο είναι αποτέλεσμα της μεγάλης πολιτιστικής και πνευματικής παράδοσης του νησιού που ανέδειξε εξαίρετους ποιητές, συγγραφείς, λαογράφους, παιδαγωγούς, πνευματικούς ανθρώπους.

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ
Η Σίφνος στις τέχνες και στα γράμματα ανέδειξε εξαίρετους ποιητές, συγγραφείς, λαογράφους, δημοσιογράφους, παιδαγωγούς και νομομαθείς, καθώς επίσης και αρχιτέκτονες και έχει συμβάλλει αρκετά στην Ελλάδα. Έχει γραφεί χαρακτηριστικά ότι: "Αν στην αρχαιότητα ο πλούτος της Σίφνου μετριόταν σε χρυσό και άργυρο, τους δύο τελευταίους αιώνες μετριέται σε πνευματικό πλούτο". Ειδικότερα μεγάλος αριθμός Σιφνιών συνέβαλλε στη διοργάνωση, κοινωνική αναβάθμιση και ανάπτυξη του ελεύθερου ελληνικού κράτους: πολιτικοί, δάσκαλοι, θρησκευτικοί ηγέτες, αγωνιστές, ποιητές, δημοσιογράφοι, κορυφαίοι νομικοί, οικονομικοί παράγοντες κ.α. Ο Νικόλαος Χρυσόγελος, ο οποίος υπήρξε καθηγητής της εν Σίφνω Σχολής του Παναγίου Τάφου και εν συνεχεία ανεδείχθη Μέγας Διδάσκαλος του Γένους, δίδαξε και μετέδωσε τις τέχνες και τα γράμματα σε εκατοντάδες νέους. Ανέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα για τον ξεσηκωμό του νησιού και την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Με το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 ύψωσε πρώτος τη σημαία της Επανάστασης στη Σίφνο. Ήταν επίτιμος αντιπρόσωπος της Σίφνου στις εθνοσυνελεύσεις. Ο Καποδίστριας προς αναγνώριση της προσφοράς του τον διορίζει Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και προσωρινό Υπουργό Δικαιοσύνης (1829).Η λογοτεχνική σχολή της Σίφνου είναι σήμερα μία από τις σπουδαίες τοπικές σχολές με δεκάδες εκπροσώπους, αλλά και πλήθος λαϊκών ποιητών που δικαιολογούν πως η Σίφνος χαρακτηρίστηκε ως "νησί των ποιητών", με κορυφαίους τον Αριστομένη Πρoβελέγγιο, ακαδημαϊκό και ποιητή, τον Ιωάννη Γρυπάρη, ποιητή με Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών, τον Κωνσταντίνο Διαλησμά, κορυφαίο παιδαγωγό και συγγραφέα, τον Ιάκωβο Δραγάτση, παιδαγωγό και αρχαιολόγο, τον Απόστολο Μακράκη, θεολόγο και φιλόσοφο, τον Νικόλαο Δεκαβάλλα, διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με σπουδές στη Γερμανία που συνέταξε το Μεγάλο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, τον Κλεάνθη Τριαντάφυλλο ή Ραμπαγά, σατιρικό ποιητή, τον Νικόλαο Καμπάνη, δημοσιογράφο, τον Στέλιο Σπεράντσα, τον Θεοδόση Σπεράντσα, τον Αρίστο Καμπάνη, τον Αντώνιο Μαγγανάρη-Δεκαβάλλε, τον Αντώνη Πρόκο, τον Τίτο Πατρίκιο, το Νίκο Γ. Σταφυλοπάτη, που επιμελήθηκε την Ανθολογία Σιφνίων ποιητών και τη βραβευμένη από την Ακαδημία συλλογή λαϊκών τραγουδιών και καλάντων, το θεατρικό συγγραφέα Μανόλη Κορρέ, το λαογράφο Μάνο Φιλλιπάκη, τη Βαρβάρα Φιλιππάκη, τον Σίμο Συμεωνίδη, τον Αρχιμανδρίτη Φιλάρετο Βιτάλη, το μεγάλο φωτογράφο Ευάγγελο Παντάζογλου, το λαογράφο Αντώνη Τρούλλο, το συγγραφέα Νίκο Σταυριανό κ.α.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ
Παραδοσιακοί οικισμοί στη Σίφνο έχουν χαρακτηρισθεί η Απολλωνία, ο Αρτεμώνας, το Κάστρο, το Άνω Πετάλι, το Κάτω Πετάλι, ο Φάρος και το Βαθύ.Οι οικισμοί της Σίφνου χαρακτηρίζονται από μια πολυμορφία. Η ρυμοτομία στην περιοχή του Κάστρου έχει καθαρά αμυντικό χαρακτήρα. Ο οικισμός του Κάστρου διατηρεί αναλλοίωτο το μεσαιωνικό χαρακτήρα του με τα στενά σοκάκια γεμάτα από σκαλισμένες μαρμάρινες σαρκοφάγους, τις λόντζιες (πύλες από τις οποίες εισέρχεται κανείς στον οικισμό) και φυσικά τα ερείπια του κάστρου που δέσποζε στην κορυφή του. Τα πιο πολλά σπίτια είναι δίπατα και τρίπατα διαμπερή.Οι περισσότεροι παραδοσιακοί οικισμοί είναι συγκεντρωμένοι στο κεντρικό οροπέδιο του νησιού με αποτέλεσμα να μην διαχωρίζονται τα όρια τους δίνοντας την εντύπωση ενός συνεχόμενου οικισμού χωρίς αρχή και τέλος. Ένας παραδοσιακός πεζόδρομος από τον Αρτεμώνα φτάνει έως την Καταβατή αφού περάσει από τους οικισμούς του Άνω Πεταλιού και της Απολλωνίας, ενώ υπάρχει σύνδεση, με πλακόστρωτο, με τον Αη Λούκα, τα Εξάμπελα, το Κάτω Πετάλι και το Κάστρο.Η περιοχή του Αρτεμώνα φημίζεται και για τα αρχοντικά της σπίτια. Σε όλα τα παράλια έχουν αναπτυχθεί οικισμοί παράλληλα με τον αιγιαλό. Τα πρώτα κτίσματα ήταν παλιά αγγειοπλαστεία με καμίνια τα οποία χτίζονταν κοντά στην παραλία προκειμένου να έχουν άμεση πρόσβαση σε καΐκια για να φορτώνουν τα κεραμικά.

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Πολλά έθιμα όπως ο παραδοσιακός σιφνέικος γάμος, το «Λωλοπανήγυρο» το Φεβρουάριο, ο «Κυρ-Βοριάς» την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, το παιχνίδι της Σαρακοστής τα «Τσούνια», οι αποκριάτικοι χοροί με τις καμηλωσίες, αποτελούν ιδιαίτερες παραδόσεις της Σίφνου με παμπάλαιες ρίζες και παραμένουν ζωντανές και αναλλοίωτες μέχρι σήμεραΤην τελευταία Κυριακή της αποκριάς στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας, τηρείται το έθιμο του «Χορού του κυρ-Βοριά». Χρονολογείται από πολύ παλιά και λέγεται ότι οι κάτοικοι με αυτό τον τρόπο εξευμένιζαν τον άνεμο. Οι πιστοί σέρνουν μασκαρεμένοι το χορό, ενώ το χορό σέρνει ο παπάς της ενορίας.

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΚΥΡ ΒΟΡΙΑ
Στον Αρτεμώνα την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς αναβιώνει το έθιμο του χορού του κυρ-Βοριά. Το έθιμο υπάρχει από τα προχριστιανικά χρόνια αλλά έχει ενσωματωθεί στη χριστιανική παράδοση.Ο χορός του κυρ-Βοριά χορευόταν προκειμένου να ευχαριστήσουν οι άνθρωποι το Θεό που τελειώνει ο χειμώνας και μαζί του και ο κυρ-Βοριάς που λυσσομανά στο νησί. Η αναβίωση του εθίμου έγινε από μοναχούς το 18ο αιώνα και ο χορός στηνόταν αποκλειστικά στο προαύλιο της Παναγιάς της Κόγχης στον Αρτεμώνα, πάντα την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Από το χορό δεν έπρεπε να λείψει κανείς.Ο ιερέας τελούσε τον Εσπερινό στη συνέχεια διάβαζε τη 'συγχωρητική ευχή', το εκκλησίασμα πέρναγε μπρός από τον ιερέα ο οποίος ασπαζόταν έναν-ένα χωριστά συγχωρώντας τον και στη συνέχεια όλοι ασπάζονταν και συγχωρούσαν ο ένας τον άλλον. Το χορό 'ήστρωνε' (έστρωνε, έσυρε) ο ιερέας κατόπιν οι ψάλτες, οι επίτροποι και το εκκλησίασμα και ξεκινώντας μέσα από το ναό έβγαιναν στο προαύλιο. Στη διάρκεια του χορού, αυτοσχέδιοι ποιητές τραγουδούσαν δίστιχα μερικά εξ αυτών με ευχαριστίες προς το Θεό αλλά τα περισσότερα με περιεχόμενο ερωτικό. Η γιορτή ήταν μια καλή ευκαιρία για να συναντηθούν οι νέοι και οι νέες του νησιού. Μέχρι το 1940, όταν ετοιμάζανε το κρασί της χρονιάς, γέμιζαν ένα πήλινο πιθάρι (κουρούπι) με κρασί το 'έχριζαν' ως το 'κουρούπι' για το χορό του κυρ-Βοριά και την ημέρα του χορού βρακοφόροι το έφερναν στη γιορτή, όπου πρωτοανοιγόταν και συνόδευε το φαγητό και το γλέντι. Ο χορός έκλεινε με μία ευχή για νέο αντάμωμα του χρόνου. Μετά τον πόλεμο το έθιμο ατόνησε για να αναβιώσει το 1978 και έκτοτε γιορτάζεται κάθε χρόνο με μερικές αλλαγές. Για παράδειγμα δεν γίνεται πλέον στην Παναγιά της Κόγχης αλλά σε κάποιο εξωκκλήσι, αυτοσχέδιοι ποιητές δεν υπάρχουν πια και ο χορός συνοδεύεται με μουσική παραδοσιακή. Δεν διαβάζεται επίσης η συγχωρητική ευχή.

ΣΙΦΝΕΪΚΟ ΠΑΣΧΑ
Το Πάσχα, που συμπίπτει με την άνοιξη, η Σίφνος βρίσκεται στις ομορφιές της. Οι κατανυκτικές ακολουθίες προσελκύουν την αθρόα προσέλευση των πιστών στις εκκλησίες. Η θρησκευτική συγκίνηση κορυφώνεται με τα εγκώμια και την περιφορά του Επιταφίου στα στενά δρομάκια. Ο αναστάσιμος «χαιρετισμός» διαρκεί επί σαράντα ημέρες. Οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τα παραδοσιακά «πουλιά» (πασχαλινές κουλούρες σε διάφορα σχήματα ζώων και πουλιών), στολισμένα με κόκκινα αυγά. Ανήμερα το Πάσχα γίνεται και το κάψιμο του Ιούδα το Πάσχα Το αρνί εδώ ψήνεται στο μαστέλο, τοποθετημένο πάνω σε σχάρα από κληματόβεργες, με ντόπιο κόκκινο κρασί και άνηθο. Από το εορταστικό τραπέζι δεν απουσιάζει η σπιτική ξινομυζήθρα, και η γευστικότατη μελόπιτα, ένα τοπικό γλυκό από μέλι, μυζήθρα και αυγά.

Συντάκτης: Φωτεινή Αναστασοπούλου

Πανηγύρια Σίφνου... δείτε περισσότερα
Αγγειολπαστική ... δείτε περισσότερα

 

  
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ
ΜΟΥΣΕΙΑ
ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
ΠΥΡΓΟΙ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ
ΧΑΡΤΗΣ